Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

D.N.A.


                 Ἐμπρὸς στὸν καθρέφτη,
μελετῶ τὰ σημάδια,
ποὺ φέρω ἐκ γεννετῆς στὸ σῶμα μου.

Εἶναι μιὰ προφητεία
Μία ἀπόκρυφος βουστροφηδὸν γραφὴ
Λέει πῶς πότε
Θὰ ζήσω θὰ πεθάνω.

Χρόνια κλεισμένος στὸ σπίτι,
πασχίζω ν’ ἀνακαλύψω τὸν κώδικα
Ποιὸς τὰ ᾿γραψε
Πῶς θ’ ἀποφύγω τὸ πεπρωμένο.

Τὸ σῶμα εἶναι ἡ μοῖρα μου
Πεθαίνοντας,
ἀντιλαμβάνομαι μὲ τρόμο,
ὅτι τὰ στίγματα ἦταν στὸν καθρέφτη
ὄχι στὸ δέρμα μου.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Θεός κι ὁ Λάρρυ


                          «Δὲν κοιμοῦμαι
Καιροφυλακτῶ κάτω ἀπ’ τὴν κουβέρτα
Μὲ τὰ παπούτσια, μὲ τὰ ροῦχα, ἕτοιμος
Μόλις ὁ νυχτοφύλακας ἀποκοιμιέται
Δραπετεύω ἀπὸ τὸ ἄσυλο.

Βαδίζω χειρονομῶντας παραληρῶντας
Πίσω μου ἡ πόλη καταρρέει,
κάτ’ ἀπ’ τὸ βάρος τῶν πουλιῶν
Βαδίζω ὅλη μου τὴ ζωὴ μαινόμενος
Ἀπ’ τὸν κρατήρα τοῦ κρανίου μου,
ἐκτινάσσονται πυρακτωμένα μυαλὰ
Τὰ χέρια μου κρώζουν
Φεύγουν, πετοῦν στὸ ἄγνωστο.

Ἡμιθανὴς φθάνω στὸ τέλος τοῦ κόσμου
Σχίζω μὲ τὰ δόντια τὸν ὑμένα ποὺ τὸν περιβάλλει,
κι ἀντικρίζω τὸ πρόσωπο τοῦ θεοῦ.» 

«Εἶμ’ ὁ Θεὸς κι ὀνειρευόμουν τὸν κόσμο
Αὐτὸς ὁ τρελο-Λάρρυ ποὺ ἔβλεπα ὅτι ἤμουν,
μοῦ τράβηξε τὴ μύτη καὶ μὲ ξύπνησε.»

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Ὁ Κόσμος Εἶναι Ἕνας Κόκκος Ἄμμου στό Μάτι μου


                          Κάτι μ’ ἐνοχλεῖ στὸ μάτι
Ἐξετάζοντάς το στὸν καθρέπτη διακρίνω ἕνα τρίμμα
Τὸ ξεπλένω καί,
Τὸ λουτρὸ
Τὸ κτίριο
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου, ἐξαφανίζονται.

Βρίσκομαι σ’ ἕνα ἀστραφτερὸ κενὸ
Γυμνὰ ἀνθρώπινα σώματα περπατοῦν στὸν ἀέρα
Ἀνεβαίνουν κατεβαίνουν ἀόρατες κλίμακες
Συναντῶνται συνουσιάζονται
Δὲν ἔχουν ὀφθαλμούς, εἶναι ἀόμματα
Φαντάζονται ὅτι ἀνοίγουν πόρτες
Ὅτι πιάνουν πράγματα
Ζοῦν μέσ’ τὶς ἀντανακλάσεις τοῦ μυαλοῦ τους.

Μετέωροι βράχοι,
περαμένουν μετέωροι ἐπὶ αἰῶνες,
πάν’ ἀπ’ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας
Τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσουν, τὰ μάτια θ’ ἀνοίξουν.

ΜΕΤΑ-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
https://www.amazon.com/%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99-%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%9F%CE%9D%CE%A4%CE%91%CE%99-%CE%9A%CE%95%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%99-%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D-%CE%91%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%A4%CE%9F-ebook/dp/B0773PQ8RV/ref=sr_1_1?s=books&ie=UTF8&qid=1511078805&sr=1-1&keywords=Larry+Cool+%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Ξημερώνει Ἀνοίγοντας τό Φερμουάρ τ’ Οὐρανοῦ


     Τὸ σῶμα εἶν’ ἕνα ὄνειρο ποὺ ὀνειρεύεται τὸν ἑαυτό του.

Κοιμᾶται τὸ κορίτσι μου
Γιὰ παλάμες ἔχει δύο φωλιές χελιδονιῶν
Μ’ ἕνα πούπουλο,
τοῦ χαϊδεύω τὴν κλειτορίδα καὶ χύνει
Στὴν πόρτα στέκει ὁ Θεὸς καὶ μᾶς κοιτάζει
    Τὸ κορίτσι μου Τοῦ δίνει τὸ μῆλο:
    «Πάρ’ το δὲν τρώγεται, εἶναι χρυσὸ
Mὲ τὸν Λάρρυ ἀποφασίσαμε,
νὰ ἐπιστρέψουμε στὸν Παράδεισο.»

Μὲ σφίγγει ὁ χῶρος ὥσπου μὲ κάνει ἔντομο
Στὶς πτυχώσεις του,
ἐλλοχεύει ἕνα αἰλουροειδές –ὁ πόθος
Ὁρμᾶ τὸ μαῦρο, σαρκοφάγο κτῆνος,
καὶ γλύφει τὸ ὑγρὸ μουνὶ τοῦ κοριτσιοῦ.
Ἀπὸ τὴ βρύση τῆς κουζίνας μπαίνει ἥλιος.

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ
https://www.amazon.co.uk/%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99-%CE%9A%CE%91%CE%A1%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%9F%CE%9D%CE%A4%CE%91%CE%99-%CE%9A%CE%95%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%99-%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D-%CE%91%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%A4%CE%9F-ebook/dp/B0773PQ8RV/ref=sr_1_1?s=books&ie=UTF8&qid=1510999506&sr=1-1&keywords=Larry+Cool+%CE%91%CE%93%CE%93%CE%95%CE%9B%CE%9F%CE%99

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Extraterrestial


Αἴφνης,
βρίσκομαι στὸν κόσμο,
μ’ ἀνθρώπινο σῶμα!

Χωρὶς καμιὰν ἀνάμνηση,
ἀγνώστου ταυτότητος καὶ προελεύσεως,
περιπλανῶμαι ἀναζητῶντας,
τὸ ἄνοιγμα ὅπου ἀπὸ ἀπροσεξία ἔπεσα.

Περνᾶ ἡ ζωή μου μάταια
Ἑτοιμοθάνατος πιά,
ἀνακαλύπτω ὅτι τὸ σῶμα,
εἶναι ἡ πύλη, –τὸ ἄνοιγμα στὸν κόσμο,
ἀπ’ ὅπου φαίνονται οἱ θάλασσες, τ’ ἀστέρια,
καὶ μερικὲς φορές,
τοῦ νοῦ τὸ μυστηριῶδες σέλας.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Σώματα Αὐταναφλέγονται στόν Ὕπνο τους

Μεταλλάσσομαι σὲ στῖλβον ὕδωρ
Μέσα ἀπ’ τὸ πολύπλοκο δίκτυο τῶν σωλήνων,
φθάνω στὸ λουτρό σου
Ἔκπληκτη βλέπεις τὸ νερὸ νὰ παίρνῃ μορφὴ σώματος
Μὲ τὸν κρυστάλλινο φαλλό μου σε βιάζω.

Στὸ δρόμο σοῦ προσφέρω τριαντάφυλλα
Σοῦ εἶμαι ἄγνωστος.

Τὴ νύκτα στὸ ὑπνοδωμάτιό σου,
ἁπλώνεται βαριά, ἡ λιποθυμικὴ εὐωδιά τους
Οἱ μίσχοι τους ἑλίσσονται γύρω ἀπ’ τὰ μέλη σου
Τ’ ἀγκάθια μου,
κεντοῦν στὰ στήθη σου μικρές σταγόνες αἵματος
Ἕνα ῥόδο εἰσδύει μέσα σου κι ἀνθίζει
«Λατρεύω τὸ μουνάκι σου,» σοῦ ψιθυρίζω
Ξυπνᾶς καὶ μὲ βλέπεις ν’ ἀπομακρύνομαι,
πηδῶντας ἀπ’ ἄστρο σ’ ἄστρο.

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Τά Ποιήματα Ὑπάρχουν ἀπό Πάντα. Οἱ Ποιητές Ἁπλῶς τ’ Ἀνακαλύπτουν


Τὸ κουτὶ τοῦ κόσμου αἴφνης ἀνοίγει,
καὶ πρόσωπα παιδιῶν ἀπὸ πάνω,
κοιτάζουν μὲ περιέργεια μέσα:

Ὁ τραπεζίτης παραχώνει,
τριάκοντα ἀργύρια στὸν σφιγκτῆρα του
Κέρατα βγαίνουν ἀπ’ τὰ μάτια του
Σύρματα ἀπ’ τὸ σῶμα του μαστίζουν τὸν πλανήτη.
Σὲ κάποια τετριμμένη λέξη,
τὰ παιδιὰ προσθέτουν νιτροβάμβακα
Ἀνύποπτος ὁ τραπεζίτης τὴν προφέρει,
κι ἐκρήγνυται στὸ στόμα του
Ἕνας πίδακας geyser ξεπηδᾶ ἀπ’ τὸ κομμένο του λαρρύγγι
Ἐπάνω του χορεύει ἡ τρελο-κεφαλή του.

Χίλιες βροντὲς ταυτόχρονα
Τὰ παιδιὰ μὲ skateboards,
ἀναστρέφονται στὸν ὁρίζοντα,
καὶ οὐρανοδρομοῦν στὸν θόλο ἀνάποδα.